βαμβαίνω

βαμβαίνω (Α)
1. τρέμω και χτυπούν τα δόντια μου
2. τραυλίζω.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. ονοματοποιημένη λ., που συνδέεται με τα βαβάζω, βαβαί, βάβακος κ.ά. Η σημασία «κλονίζομαι, τρικλίζω» που αποδόθηκε παλαιότερα στη λ. δεν είναι τόσο εύστοχη, όπως επίσης και η υποστηριχθείσα σχέση της με το βαίνω].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • βαμβαίνω — chatter with the teeth pres subj act 1st sg βαμβαίνω chatter with the teeth pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαμβαινόντων — βαμβαίνω chatter with the teeth pres part act masc/neut gen pl βαμβαίνω chatter with the teeth pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαμβαίνει — βαμβαίνω chatter with the teeth pres ind mp 2nd sg βαμβαίνω chatter with the teeth pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαμβαίνοντα — βαμβαίνω chatter with the teeth pres part act neut nom/voc/acc pl βαμβαίνω chatter with the teeth pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαμβαίνοντι — βαμβαίνω chatter with the teeth pres part act masc/neut dat sg βαμβαίνω chatter with the teeth pres ind act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάμβαινε — βαμβαίνω chatter with the teeth pres imperat act 2nd sg βαμβαίνω chatter with the teeth imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐβάμβαινον — βαμβαίνω chatter with the teeth imperf ind act 3rd pl βαμβαίνω chatter with the teeth imperf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαμβαίνειν — βαμβαίνω chatter with the teeth pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαμβαίνεις — βαμβαίνω chatter with the teeth pres ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαμβαίνοντας — βαμβαίνω chatter with the teeth pres part act masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.